διατρέπω

διατρέπω, [tense] fut.
A

-τρέψω Plb.2.47.8

:—turn away, deter from a thing,

δ. τινὰ τοῦ μὴ . . Id.5.4.10

;

τινά τινος Plu.2.87f

;

τινὰ πρὸς τὸ μὴ ἀπολιπεῖν Arr.Epict.1.6.10

:—[voice] Pass., [tense] fut.

διατρᾰπήσομαι Epicur.

(v. infr.), etc.: [tense] aor. διετράπην [ᾰ] D.25.95, etc.:—turn aside from one's purpose, Epicur.p.xxviii U.; to be confounded or perplexed, Hp.Epid.5.81, D. l.c., Plb.3.86.6,al.;

ὑπὸ παντὸς δ. καὶ διαρρεῖν D.Chr.66.19

: c. acc., to be overawed by, ὄχλον . ., Epict.Gnom.65; avoid, refuse to face,

τινάς Plu.2.532e

, etc.
II pervert, Critias Fr.22 D.
2 overthrow, do away with,

ὅρους S.E.P.2.212

:—[voice] Pass., ib.194,al.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διατρέπω — turn away pres subj act 1st sg διατρέπω turn away pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατρέπω — (Α) 1. αποτρέπω, μετατρέπω 2. παθ. απομακρύνομαι από τον σκοπό μου («οὐ μόνον τὸ πλῆθος ἀλλὰ καὶ τὴν σύγκλητον αὐτὴν συνέβη διατραπῆναι», Πολ.) 3. (με αιτ.) φοβάμαι, ντρέπομαι («μηδὲ ὄχλον ἀδίκως σε δυσωποῡντα διατραπῆς», Επίκτητος) 4. αποστρέφω… …   Dictionary of Greek

  • διατετραμμένα — διατρέπω turn away perf part mp neut nom/voc/acc pl διατετραμμένᾱ , διατρέπω turn away perf part mp fem nom/voc/acc dual διατετραμμένᾱ , διατρέπω turn away perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατρέψει — διατρέπω turn away aor subj act 3rd sg (epic) διατρέπω turn away fut ind mid 2nd sg διατρέπω turn away fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατρέψῃ — διατρέπω turn away aor subj mid 2nd sg διατρέπω turn away aor subj act 3rd sg διατρέπω turn away fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατετραμμένων — διατρέπω turn away perf part mp fem gen pl διατρέπω turn away perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατραπέντων — διατρέπω turn away aor part pass masc/neut gen pl διατρέπω turn away aor imperat pass 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατρεπομένων — διατρέπω turn away pres part mp fem gen pl διατρέπω turn away pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατρεπόμενον — διατρέπω turn away pres part mp masc acc sg διατρέπω turn away pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατρεπόντων — διατρέπω turn away pres part act masc/neut gen pl διατρέπω turn away pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατρέπει — διατρέπω turn away pres ind mp 2nd sg διατρέπω turn away pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.